Κυνηγώντας το χρόνο…

Ο χρόνος για μια νέα μαμά είναι περίπλοκη υπόθεση. Πολλές φορές, έχω στο μυαλό μου την εικόνα ενός λεωφορείου, που τρέχει πανικόβλητο να προλάβει τη διαδρομή, να περάσει από όλες τις στάσεις και να εξυπηρετήσει άπαντες τους ενδιαφερομένους. Για την ακρίβεια, η διαδρομή κάποιες στιγμές, μοιάζει με τρενάκι του τρόμου, σκαμπανεβάσματα, απότομα σταματήματα, περιστροφές γύρω απ’ τον εαυτό σου, ουρλιαχτά, αίμα, δάκρυα κι ιδρώτας.

Στον πλανήτη μαμά – παύλα – μωρό, ο χρόνος αποκτά άλλο νόημα και σχεδόν, άλλο ενδιαφέρον. Γιατί πώς αλλιώς να περιγράψεις τον τρόπο που βλέπεις πια το εικοσιτετράωρό σου και την νέα σημασία που παίρνει τώρα ο χρόνος που κυλά, κάτι σαν αντίστροφη μέτρηση για σένα, του στυλ «έχεις 10 λεπτά για να απενεργοποιήσεις την βόμβα, που πρόκειται να σκάσει στο καθιστικό σου!»

Οπότε, ξεκινώντας: η μέρα πια δεν χωρίζεται απαραίτητα σε πρωί, μεσημέρι, απόγευμα, βράδυ. Οι λέξεις αυτές υπάρχουν απλά για να υπενθυμίζουν τις υποδιαιρέσεις μιας κανονικής ημέρας, αλλά στην πραγματικότητα, για σένα αυτό δεν ισχύει. Το μωρό σου είναι εκείνο που θα καθορίσει το πρόγραμμα και θα αποφασίσει για το εικοσιτετράωρο σου. Γιατί, άμα το καλοσκεφτείς, τι σόι βράδυ είναι αυτό, που παραμένεις ακόμα ξύπνια, με τις λειτουργίες του εγκεφάλου σου σε πλήρη ετοιμότητα και πηγαινοέρχεσαι στα δωμάτια για να αλλάξεις πάνες, να ταΐσεις το μωρό και, διόλου απίθανο, να μαγειρέψεις το φαγητό της επόμενης ημέρας.

Κατ’ επέκταση, το απόγευμα ενός κανονικού ανθρώπου, μπορεί να μεταφράζεται για σένα και ως βραδινός ύπνος, καθώς μαζί με το μωρό σου, που πάει για ύπνο στις επτά ή στις οχτώ, δε θα διστάσεις καθόλου να οριζοντιωθείς κι εσύ, εσύ που κορόιδευες στα μικράτα σου τον παππού και την γιαγιά, που πέφτανε για ύπνο με τις κότες.

Και βέβαια το μεσημέρι, που τηρούσες ευλαβικά και απαράβατα τον κανόνα «ώρα κοινής ησυχίας», μπορεί να μεταλλαχτεί στον ιδανικότερο χρόνο για να βάλεις σκούπα, πλυντήριο, στεγνωτήριο, μπλακ εν ντέκερ, κι ό,τι άλλο δεν πρόκαμες την υπόλοιπη μέρα.

Ως μια γενικότερη αίσθηση, θα μπορούσαμε να πούμε, ότι ο χρόνος πια για σένα, μοιάζει σαν να παίρνεις καθημερινά αντιβίωση, καθώς μετράς πια τις ώρες: πότε έφαγε το μωρό, πότε θα ξαναφάει, πότε κοιμήθηκε το μωρό, πότε θα ξανακοιμηθεί, πότε έκανε κακάκια του, πότε θα ξανακάνει.

Το ρολόι είναι πια ο πολύτιμος σύντροφός σου κι έτσι θα συνεχίσει για πολύ, πολύ ακόμα. Αυτό σημαίνει, ότι θα διαιρείς και θα αφιερώνεις τον χρόνο σου σε συγκεκριμένα κομμάτια κάθε φορά κι όχι ασύστολα, όπως έκανες πριν.

Ξεχνάς, δηλαδή, πως α) έχω μια αυθόρμητη επιθυμία, να βάλω τον σκούφο μου και να κάνω μια γύρα το τετράγωνο, β) μου την έδωσε και θα πάω στο κομμωτήριο να περάσω βαφή, γ) θα πεταχτώ στα μαγαζιά, να χαζέψω αμέριμνη τις βιτρίνες, δ) μου την ξαναέδωσε και θα βγω για ένα βραδινό ποτάκι.

Και όχι πως δεν μπορείς να κάνεις όλα τα παραπάνω, αν έχεις μωρό. Απλά η αυθόρμητη παρόρμηση που λέγαμε, θα μετατραπεί πια σε έλλογη απόφαση, κατόπιν αυστηρού προγραμματισμού. Που σημαίνει, δεν κάνω πια στα κουτουρού ό, τι μου καπνίσει.

Συγχαρητήρια, ήρθε, λοιπόν, η ώρα της ενηλικίωσης μας.

Τουτέστιν, η αυθόρμητη βόλτα, θα μετατραπεί σε προγραμματισμένη έξοδο, εξονυχιστικά οργανωμένη, όπου πρέπει να κουβαλήσεις τη μισή οικοσκευή του μωρού, μήπως και κάτι χρειαστεί στην πορεία, βλέπε αλλαγή πάνας, τάισμα, πιπίλες, αλλαξιά, έξτρα πανωφόρι αν το γυρίσει ο καιρός, τον κύριο Κουνέλη αν αρχίσει να σκυλοβαριέται κι οτιδήποτε άλλο προβλέψεις, ότι μπορεί να απαιτήσει το ξεπεταρούδι σου.

Και βέβαια, σε καμία περίπτωση να μην ξεμυτίσετε απ’ το σπίτι χωρίς να έχει φάει. Έχω υποπέσει σε αυτό το λάθος στο παρελθόν κι έχω πλέον μάθει. Γιατί ένα μωρό μπορεί να αντέξει σχεδόν τα πάντα, εκτός απ’ την πείνα του! Σε περίπτωση που πεινάσει και το γεύμα αργεί, δε θα το κάνει καλά ούτε μια στρατιά από κύριους Κουνέληδες, ούτε βέβαια και οι αξιολύπητες προσπάθειες σου να κάνεις τον καραγκιόζη στη μέση του δρόμου, μπας και ξεχαστεί. Οπότε, με όση ψυχραιμία σου απομένει, ψάχνεις μια βολική γωνιά να το θηλάσεις, και πού να την βρεις καταμεσής του πεζοδρομίου, ή βγάζεις τον εξοπλισμό για να ετοιμάσεις το γάλα, με το ένα πόδι σηκωμένο σαν τον πελαργό και το χέρι εγκλωβισμένο, αγκαλιά με το μωρό που τσιρίζει.

Κι επειδή μιλάμε για χρόνο, που τρέχει και πίσω δεν ξαναγυρνά, είναι σχεδόν σίγουρο πως σε κάθε προγραμματισμένο ραντεβού σου, θα αργήσεις τουλάχιστον μισή ώρα, στην καλύτερη των περιπτώσεων, καθώς λίγο πριν βγείτε απ’ την πόρτα του σπιτιού, το μωράκι σου θα αναλυθεί σε ένα υστερικό κλάμα κι εσύ θα πρέπει να το καθησυχάσεις, θα ανακαλύψεις ότι πρέπει να το ξαναλλάξεις, θα αρνείται να το ντύσεις, θα τρώει με το πάσο του, θα θυμηθείς ότι κάτι λησμόνησες να πάρεις και ό,τι άλλο απρόοπτο μπορεί να βάλει ανθρώπου νους.

Ευτυχώς δε θα σε παρεξηγήσει κανένας, καθώς το μωρό θα είναι πάντα το ισχυρό άλλοθι σου, για οποιοδήποτε μελλοντική αργοπορία σου.

Το ίδιο και πιο ζορισμένα κυλά το εικοσιτετράωρο μιας εργαζόμενης μαμάς. Γιατί εδώ έχεις να συνδυάσεις τους πραγματικούς, ανθρώπινους χρόνους, με τους απίθανους χρόνους ενός μωρού. Και να παλέψεις επιπλέον τις τύψεις σου, για τις ώρες που βρίσκεσαι μακριά του.

Έτσι, ενώ προσπαθείς να δουλέψεις συγκεντρωμένη στον υπολογιστή σου, το μωρό ξεριζώνει τα φρεσκοχτενισμένα σου μαλλιά, πατά άσχετα πλήκτρα στην οθόνη, ταυτόχρονα εσύ μιλάς στο κινητό, σκουπίζεις σάλια και μύξες, σηκώνεσαι να ανακατέψεις το φαγητό, περνάς ένα καλσόν στα πόδια σου, αλείφεις τη μούρη σου με μάσκα αγγούρι, απαντάς στον κουριερ, που μόλις σου χτύπησε την πόρτα και αλλάζεις με όσα δάχτυλα απόμειναν την πάνα του μωρού!

Και έτσι, άλαλη μα σίγουρα εκστατική, ανακαλύπτεις, πως ακόμα κι αν δεν είσαι ο Ναπολέοντας αυτοπρόσωπος, μπορείς να κάνεις εκατό δουλείες ταυτοχρόνως, εξοπλισμένη αποκλειστικά με δύο χέρια και δύο πόδια!

Οργάνωση, λοιπόν, οργάνωση και πάλι οργάνωση. Κι αν ήσουν ο τύπος που λειτουργούσες ανάλογα με τα φεγγάρια σου και πάντοτε εν θερμώ, ήρθε η ώρα αυτά να τα ξεχάσεις (κλαψ, κλαψ..).

Το κλειδί για σένα είναι η οργάνωση! Και κατ’ επέκταση, η διαχείριση του χρόνου σου.

Παρ’ όλο που αυτός ο τρόπος ζωής μοιάζει υπερβολικά δύσκολος, ψυχοφθόρος και απείρως ψυχαναγκαστικός, τουλάχιστον εγώ έτσι το έβλεπα πριν γίνω μαμά, τα πράγματα βρίσκουν μόνα τους τον δρόμο κι εσύ μαθαίνεις πια να λειτουργείς περίφημα και να το ευχαριστιέσαι και με το παραπάνω. Εντάξει, όχι πάντα.

Αλλά ας μην ξεχνάμε το καλύτερο, που άφησα, επίτηδες, τελευταίο. Όλον αυτόν τον χρόνο που φυλάς για να αυτοσχεδιάσεις με το μωρό σου. Να σαχλαμαρίσετε τραγουδώντας «μη με ξυπνάς απ’ τις έξι», να γελάστε μέχρι δακρύων ξεμαλλιάζοντας τον κύριο Κουνέλη, να μυριστείτε και να φιληθείτε, επίσης μέχρι δακρύων, να κράξετε ακαταλαβίστικα, να χορέψετε αλλόφρονα, να αποκοιμηθείτε αγκαλιά… να ξεχάσετε πως υπάρχει πια χρόνος που τρέχει και πίσω δεν ξαναγυρνά…

Κυνηγώντας το χρόνο…
διαβάστε περισσότερα

Νέα μαμά, μόνη φοβάται…

Απ’ τη στιγμή που γίνεσαι μαμά, και επειδή ακριβώς δεν υπάρχει κάποιο εγχειρίδιο, που να καταγράφει επακριβώς τα βήματα για να ξεκινήσεις, αρχίζει ένας αγώνας δρόμου, όπου η νέα, ανυποψίαστη επίτοκος, παλεύει να τα κάνει όλα σωστά και να κρατήσει κι άπαντες ικανοποιημένους.

Κι όταν λέμε σωστά, εννοούμε, τουλάχιστον, όχι λάθος. Γιατί, ναι μεν, οι απαιτήσεις από μια νέα μαμά, μπορεί να είναι υψηλές, αφού όλοι ποντάρουν στο μητρικό ένστικτο και τη διαίσθηση της, αλλά να που καμιά φορά, άνθρωποι είναι και οι μανούλες και μπορεί να κάνουν λάθη. Για την ακρίβεια, αρκετά λάθη.

Κι επειδή, ακριβώς, κανείς δε γεννήθηκε μαθημένος, εξαιρούμε, βέβαια, τις περιπτώσεις θείας επιφοίτησης, η μητρότητα θέλει χρόνο, κόπο και τρόπο, για να εξελιχθεί και να ανθίσει. Όπως όλα τα πράγματα στη ζωή, που απαιτούν αφιέρωση, για να φέρουν, στην πορεία του χρόνου, πολύτιμους καρπούς.

Μέχρι τότε, στο κεφάλι μιας πολύ νέας μαμάς, θα στριφογυρίζουν, σχεδόν εμμονικά, σκέψεις, φόβοι και ανησυχίες, που θα κατατρέχουν την καθημερινότητα της, ακόμα κι αν εκλογικεύοντάς τους, μοιάζουν παράλογοι ή, το λιγότερο φαιδροί. Για παράδειγμα, το αμίμητο ‘ρίξε κάτι πάνω σου θα κρυώσεις’, των μανάδων μας, εν μέσω καύσωνα, που φαντάζει πια στα μάτια μας ως λογική παρότρυνση, ακόμα κι αν ορκιζόμασταν, ότι δε θα το αναφωνούσαμε ποτέ οι ίδιες.

Αρχίζοντας, λοιπόν, την περιήγηση στο δαιδαλώδη εγκέφαλο μιας νεόκοπης μανούλας, παρατηρούμε ότι οι ανησυχίες για το πολύτιμο τρυφερούδι της, είναι πάμπολλες και ποικίλες.

Ήδη, η πρώτη συνάντηση μαζί του, είναι καθοριστική, καθώς δεν έχεις ιδέα, όχι μόνο πώς να το κρατήσεις, αλλά και πώς να το χειριστείς.

Επιπλέον, ο φόβος ότι θα σπάσει στα χέρια σου σαν πορσελάνινη κούκλα, βάζει φρένο, στην ενστικτώδη αντίδρασή σου, να το κρατήσεις σφιχτά στην αγκαλιά σου, ως να σκάσετε κι οι δύο.

Αυτά μέχρι να ανακαλύψεις, ότι η ‘φύση σωστά τα πάντα εποίησε’ και το νεογέννητο μωρό σου, είναι πιο ανθεκτικό, απ’ όσο τελικά νομίζεις. Παρ’ όλα αυτά, το βρεφάκι σου, θα είναι πάντα ένα εύθραυστο πλασματάκι, που θα απαιτεί από σένα ιδιαίτερη προσοχή και μεταχείριση.

Αφού λοιπόν ξεπεράσουμε το πρώτο στάδιο και μάθουμε πια να κρατάμε με αυτοπεποίθηση το μωρό μας, πλησιάζει, η αμήχανη στιγμή, που πρέπει να αφήσουμε στην ησυχία του το βρέφος, να πάρει ολομόναχο έναν υπνάκο. Κι επειδή, είπαμε, είμαστε ακόμα νέες και δεν γνωρίζουμε αρκετά, έχουμε την εμμονική ανησυχία, ότι το μικρό μας μπορεί να σταματήσει να αναπνέει ξαφνικά, δίχως προφανή αιτία και αφορμή. Για το λόγο αυτό, τσεκάρουμε κάθε πέντε λεπτά την κούνια και κοντοστεκόμαστε από πάνω ενδελεχώς, να καταμετρήσουμε επισταμένα, τον ρυθμό εισπνοών και εκπνοών του βρέφους μας. Κι αυτό, βέβαια, ορθώς το κάνουμε, αλλά, αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς με τον εαυτό μας, ίσως υπερβάλουμε λιγάκι στην αρχή.

Εδώ έρχονται να προστεθούν και κάποιες φυσικές λειτουργίες του μωρού μας, που δεν γνωρίζαμε εκ των προτέρων ότι θα συμβούν, που μας κάνουν να αναρωτηθούμε έντρομες, αν θα καταφέρει να επιβιώσει το επόμενο λεπτό. Αναγωγές, εμετοί, υστερικά κλάματα, σε πολλές περιπτώσεις και επίμονοι λόξυγκες, φαντάζουν στα μάτια μας ικανοί να εξολοθρεύσουν το μικρό μας εν ριπή οφθαλμού, καθώς μια αναγωγή μεταφράζεται ως χείμαρρος εμετού, ένας εμετός ως τροφική δηλητηρίαση, ένα κατακόκκινο μωρό που κλαίει, ως μπλαβιασμένο μωρό που στερείται αναπνοών, και πάει λέγοντας.

Ένας άλλος φόβος που έρχεται κάθε στιγμή, να ταράξει την ησυχία μιας νέας μαμάς, μήπως το μωρό της ζεσταίνεται ή κρυώνει, ανάλογα την εποχή. Και ειδικά ΜΗΠΩΣ ΚΡΥΩΝΕΙ, ανεξαρτήτου εποχής! Κι εδώ έρχονται να γίνουν τα απανωτά, τραγελαφικά λάθη.

Γιατί μια μαμά, όσο ψύχραιμη και αν προσπαθεί να φανεί με το μωρό της, σίγουρα θα υπερβάλει λίγο παραπάνω, κάθε φορά που φτάνει στο κρίσιμο ερώτημα «και τώρα τί θα του φορέσω».

Ναι, η αλήθεια είναι πως δεν μας έχει ξανατύχει να αποφασίζουμε εμείς για το τί πρέπει να φορέσει ένα ανθρώπινο πλάσμα και, ακόμα χειρότερα, να μαντέψουμε πώς στο καλό αισθάνεται εκεί μέσα.

Οπότε μια χαλαρή βόλτα, Οκτώβρη μήνα, με συννεφιά, θα μεταφραστεί αυτόματα στο μυαλό μας ως , τζιζ, επικίνδυνα καιρικά φαινόμενα που, μάλλον, οδεύουν προς κακοκαιρία. Για το λόγο αυτό, θα ντύσουμε το μωρό μας με διπλή καλτσούλα, αφού το κρύο απ’ τα πόδια έρχεται, ολόσωμη φορμίτσα, ένα ελαφρύ ζακετάκι στον ώμο και, λίγο πριν κλείσουμε την πόρτα, θα θυμηθούμε να πετάξουμε στη τσάντα κι ένα μάλλινο σκουφί, γιατί ποτέ δε ξέρεις, καλού κακού, μπορεί να το γυρίσει σε βοριαδάκι.

Στη δε περίπτωση Γενάρη μήνα, με εξόφθαλμη λιακάδα, θα εξορμήσουμε απ’ το σπίτι με στολή-πανοπλία, διπλής επένδυσης, τριπλά ενισχυμένο σκούφο, γάντια, κουβέρτες, πάπλωμα, λες και σκοπεύουμε να περάσουμε από κανένα ιγκλού και να μπούμε μέσα για επίσκεψη.

Ακόμα κι αν έχουμε πείσει τον εαυτό μας, ότι εμείς δε θα προβούμε ποτέ σε τέτοιου είδους υπερβολές, ένα απλό φύσημα του αέρα, είναι ικανό να μας αλλάξει δέκα χρώματα στα μάγουλα, γιατί αμελήσαμε, οι ξεροκέφαλες, εκείνο το ελαφρύ ζιπουνάκι, που με τόσο στόμφο μας πρότεινε η γιαγιά.

Και τώρα, ο αιώνιος φόβος μιας μαμάς που θηλάζει: μήπως το μωρό της δεν χόρτασε, ακόμα κι αν εκείνο δείχνει να αυξάνει το σωματικό του βάρος, με ρυθμούς ελέφαντα. Πάντα στο τέλος κάθε γεύματος, θα μένεις με την αναπάντητη απορία, αν το γάλα σου υπήρξε αρκετό να χορτάσει την πείνα του παιδιού σου. Εντάξει, όχι πάντα, αλλά τις περισσότερες φορές.

Τα μωράκι έχουν συνήθως κρύα χέρια και ποδαράκια κι ένα αρκετά ζεστό προσωπάκι. Όλα αυτά από μόνα τους, φτάνουν και περισσεύουν, για να συμπεράνουμε με μαθηματική ακρίβεια, ότι το μωρό μας ενδέχεται να αρρωστήσει βαριά, να ανεβάσει πυρετό, αν δεν ψήνεται ήδη εδώ και αρκετή ώρα, ή να βρίσκεται στα πρόθυρα πνευμονίας και καλπάζουσας γρίπης, ταυτοχρόνως. Λίγο όμως πριν τρέξουμε αναμαλλιασμένες, με τις πυτζάμες φορεμένες ανάποδα, στα επείγοντα περιστατικά, θα διαπιστώσουμε έκθαμβες, πως το μωράκι μας ουδόλως υποφέρει, καθώς συνεχίζει να σκάει χαμόγελα και να αποζητά ορεξάτο το γαλατάκι του.

Και ποιά γυναίκα πίστευε ποτέ, ότι θα εξέταζε εξονυχιστικά τις κενώσεις και τα τσισάκι ενός τρίτου ατόμου, για λογαριασμό του, βγάζοντας, επιπλέον, ημερήσια διάγνωση, δια της ‘πανομαντείας’, εκ του χειρομαντείας, ονυχομαντείας και λοιπών μαντικών τεχνών, για το αν όλα βαίνουν καλώς στον οργανισμό του. Η ανησυχία κάθε νέας μαμάς, για το αν τα κακάκια του μωρού της έχουν το φυσιολογικό χρώμα, που εκτείνεται στην ευρεία γκάμα αποχρώσεων, απ’ το ανοιχτό κίτρινο της μουστάρδας, με σποράκι ή χωρίς, έως το βαθύ πράσινο της μέντας, είναι έκδηλη κάθε φορά που ετοιμάζεται να ανοίξει την πάνα και να αποκαλυφθεί ο θησαυρός που κρύβεται εκεί μέσα.

Έχετε σκεφτεί ποτέ ότι το μωρό σας μπορεί να μην σας θέλει; Αναφέρομαι σε αυτό το φόβο που περνά ξυστά, σαν σκιά πάνω απ’ το μέτωπό μας, τον πρώτο καιρό γνωριμίας, μήπως το μωρό μας δε μας συμπαθεί τελικά και τόσο, άλλωστε υποχρεωμένο είναι, ή μήπως βαριέται θανάσιμα μαζί μας.

Στις αρχές, τουλάχιστον, της σχέσης μας, μέχρι ο ένας να μάθει τα χούγια του άλλου και να δέσουν οι μυρωδιές μας, μια υποβόσκουσα ανησυχία αυτού του είδους, ίσως να ταράξει, φευγαλέα, τον ύπνο μας. Όχι; Για θυμηθείτε εκείνες τις πρώτες εβδομάδες, που το μικρό σας έσκασε ένα ηλιοφώτιστο χαμόγελο στον μπαμπά κι εσείς ακόμα δεν το’ χατε δει ούτε ζωγραφιστό στο πρόσωπό του…

Έχοντας περάσει ήδη τέσσερεις μήνες μαζί με το μωρό μου, στην προσπάθεια μου να ανασύρω και να ξαναθυμηθώ όλες αυτές τις πρωτόγνωρες ανησυχίες και τους φόβους, εκείνον τον πρώτο, δύσκολο και όμορφο συνάμα καιρό, αισθάνομαι πως, τελικά, η μητρότητα έχει απ’ τη φύση, κώδικες και οδηγίες που σε βγάζουν, αν όχι πάντα σε ασφαλή νερά, τουλάχιστον, σε μονοπάτια που ξέρεις πια, με σιγουριά, ότι μπορείς να βαδίσεις.

Πόσο πιο εύκολο είναι τώρα να καταλάβεις αν πεινά, αν χόρτασε, αν κλαίει γιατί νυστάζει, αν κάτι το ενοχλεί, αν θέλει αγκαλιά, αν αποζητά την παρηγοριά σου.

Αν έχεις τα αφτιά και τις αισθήσεις σου ανοιχτές, να το αφουγκραστείς, να σεβαστείς την προσωπικότητά του και να αφεθείς στο παιχνίδι της σχέσης σας, παρατηρείς πως, τελικά, οι ‘οδηγίες χρήσης’ υπήρχαν πάντα στο τσεπάκι σου, έστω κι αν δεν το αντιλήφθηκες εξ’ αρχής.

Να είναι άραγε το ‘μητρικό ένστικτο’ εκείνο που καθοδηγεί; Αυτό δεν ξέρω να το απαντήσω με σιγουριά. Άλλωστε, πιστεύω ακράδαντα, πως ‘μητέρα’ για ένα μωρό, είναι εκείνος που το φροντίζει, εξ αρχής, ολοκληρωτικά.

Άρα, μήπως είναι τελικά το δόσιμο, που εξασφαλίζει το χτίσιμο μιας σχέσης, γιατί περί ανθρώπινης σχέσης πρόκειται, και η ανιδιοτελής προσφορά μας;

Ίσως αυτό να μοιάζει πιο λογικό. Κι ίσως, τελικά, να μην έχει και τόση σημασία.

Αφού άλλωστε, είπαμε, «τα πάντα εν σοφία εποίησε»…

Νέα μαμά, μόνη φοβάται…
διαβάστε περισσότερα

Αϋπνία… Η έμπιστη φίλη κάθε νέας μαμάς

Φαντάσου την εξής εικόνα: Ξυπνάς αναμαλλιασμένη, ενδεχομένως αρκετές μέρες άλουστη, φορώντας τον απίθανο συνδυασμό ριγωτής, ροζ πιτζάμας, μάλλινης κάλτσας, απροσδιορίστου χρώματος, ξεχειλωμένης μουσταρδί μπλούζας, με τρύπες στο μανίκι, Μίκυ Μάους στο ύψος του θώρακα και, επιπλέον, δύο νούμερα μεγαλύτερη σου.

Καθώς αντικρίζεις, φευγαλέα, τον ολόσωμο καθρέφτη που στέκει απέναντι σου, συνειδητοποιείς έντρομη πως τα καρναβάλια αργούν ακόμα να φτάσουν και πως, επιπλέον, την ριγωτή, τσαχπίνικη πιτζάμα σου, στολίζουν δυο στάμπες ξεραμένης κοτόσουπας, που καταβρόχθισες, μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας, στο χτεσινοβραδινό σου γεύμα.

Το μόνο που χρειάζεσαι, με βεβαιότητα, για να αρχίσεις να επεξεργάζεσαι νηφάλια, τούτα τα ευαίσθητα δεδομένα, είναι ένα φλιτζάνι ζεστό καφέ και μισή ώρα σιωπής, να τον απολαύσεις, κατάμονη, στο καθιστικό σου.

Στο δρόμο για την κουζίνα, ανακαλύπτεις έκπληκτη, πως η μισή ντουζίνα πιάτα, που νόμιζες πως είχες τακτοποιήσει μετά το γεύμα κοτόσουπας, σε περιμένει ακόμα στον νεροχύτη, ενώ ο καφές που τόσο λαχταρούσες, έχει τελειώσει προ πολλού, για την ακρίβεια, το πρωινό της προηγούμενης ημέρας.

Συνεχίζεις τη διαδρομή σου στο σαλόνι, με το ένα μάτι κλειστό, σκοντάφτοντας παράλληλα σε αντικείμενα που δεν είχες υπολογίσει πως θα βρεθούν στο διάβα σου, όπως καρότσι, πορτ πεμπε, ριλάξ και διάφορα άλλα τέτοια χαριτωμένα, κι ενώ είσαι έτοιμη να τσιρίξεις ‘βοήθεια’, στη θέα του βομβαρδισμένου σου καθιστικού, έρχεται μια τσιριχτή φωνούλα, απ’ τα μέσα δωμάτια, να σου υπενθυμίσει, πως αυτό που ζεις, δεν είναι παρά μόνον η αρχή.

Τώρα έχεις δυο επιλογές: ή να τρέξεις να σηκώσεις, άπλυτη και αχτένιστη, το μωρό που τσιρίζει, ή να κοκαλώσεις, άπλυτη κι αχτένιστη, στη μέση του καθιστικού. Φυσικά και θα επιλέξεις την πρώτη, οπότε μια νέα μέρα έχει μόλις ξεκινήσει για σένα, χωρίς καφέ, άλλαγμα περιβολής και φυσικά χωρίς καθόλου, μα καθόλου ύπνο.

Αν όλα αυτά σου ακούγονται εξωφρενικά οικεία, τότε συγχαρητήρια, ανήκεις και εσύ στην μεγάλη οικογένεια, των άυπνων, κατάκοπων, νέων μαμάδων.

Μπορεί στην προηγουμένη ζωή σου, ήτοι λίγο καιρό πριν κυοφορήσεις, ο ύπνος να ήταν ένα καθημερινό δεδομένο της ύπαρξης σου, τώρα όμως πια φαντάζει ένα ‘όνειρο τρελό, όνειρο απατηλό’, εφάμιλλο με το να ανακηρυχτείς ως ο επόμενος υπερτυχερός του τζόκερ.

Κι επειδή κάποιος που δεν έχει γίνει γονιός, δεν πρόκειται ποτέ, μα ποτέ να σε καταλάβει, όσο κι αν κουνάει συγκαταβατικά το κεφάλι του, ως ένδειξη παρηγοριάς στο δακρύβρεχτο δράμα σου, θα σου παρουσιάσω όλα αυτά, που θέλεις να φωνάξεις υστερικά, στη μέση της πλατείας Συντάγματος, έτσι, απλά για να ξεσπαθώσεις.

Λοιπόν, έχουμε και λέμε. Το βάσανο της αϋπνίας, ξεκινά ευθύς αμέσως που θα γεννήσεις. Ή αν είσαι τυχερή, όπως εγώ, απ’ το προηγούμενο κιόλας βράδυ, που θα σε πιάσουν οι αλησμόνητοι πόνοι. Οπότε καταφθάνεις στο μαιευτήριο, ήδη άυπνη και περιμένεις.

Μόλις τελικά γεννήσεις και αφού σταθείς έκθαμβη κι εκστατική μπρος στη θέα του μικροσκοπικού μωρού σου, σε πάρουν τα ζουμιά, χάσεις τα αβγά και τα πασχάλια, ξεχάσεις το όνομά σου, καταφθάνεις τελικά στο δωμάτιο σου, όπου διαπιστώνεις έκπληκτη πως, παρά την κούραση σου, το μόνο πράγμα που δεν σκέφτεσαι τελικά, είναι ο ύπνος. Ακόμα κι αφού σβήσουν τα φώτα, δεδομένων των κοσμοϊστορικών γεγονότων που συμβαίνουν στη ζωή σου, η υπερένταση δε θα σε αφήσει να κλείσεις μάτι, ούτε, βέβαια, και το τρισχαριτωμένο βρεφάκι σου, που κάθε δυο ώρες, θα θέλει να θηλάζει. Και φυσικά, ο ύπνος είναι το τελευταίο πράγμα που σε νοιάζει τώρα, αρκεί να βρίσκεσαι αγκαλιά με το τρυφερό, μυρωδάτο πλασματάκι, που έφερες μόλις στον κόσμο.

Λίγες μέρες μετά, εξακολουθώντας άυπνη και ταλαιπωρημένη, καταφθάνετε, σύσσωμη η οικογένεια, στο σπίτι, με την φρούδα ελπίδα να ξεκουραστείς εκεί.

Από τούδε και στο εξής, η πορεία σου είναι προδιαγεγραμμένη.

Αν καταφέρεις κάποιο βράδυ, να κοιμηθείς συνεχόμενα τρείς ώρες, θεωρείς πως είσαι σούπερ ξεκούραστη, σαν να γεύτηκες ένα ολόκληρο, χορταστικό οκτάωρο και ξεκινάς ενεργητική και χαρούμενη την, άυπνη, καθημερινότητά σου.

Στην οποία καθημερινότητα, θα επιβεβαιώνεται εκνευριστικά ο νόμος του Μέρφυ, σχεδόν κάθε φορά που προσπαθείς να ξεκλέψεις λίγο ύπνο, σε όποια θέση ή στάση βρίσκεσαι τη δεδομένη στιγμή.

Ενώ, λοιπόν, το μωράκι σου κοιμάται μακάρια κι εσύ ετοιμάζεσαι, επιτέλους, να βυθιστείς στην ευλογημένη, πρώτη φάση του ύπνου, ακούς σαν σε όνειρο, καλύτερα εφιάλτη, την ψιλή, τσιριχτή φωνούλα, που σε ενημερώνει πως ‘time is over’, ακόμα κι αν ο χρόνος για σένα, ήταν ένα ελάχιστο νανοσεκόντ του δευτερολέπτου. Ανασκουμπώνεσαι, λοιπόν, μισοκοιμισμένη, προσποιούμενη πως το νανοσεκόντ αυτό υπήρξε ευεργετικό για τα πονεμένα, αποδιοργανωμένα σου μέλη και ξεκινάς έναν νέο κύκλο εργασιών, ελπίζοντας πως την επόμενη φορά, θα υπάρξεις πιο τυχερή.

Που όμως ,σχεδόν ποτέ, δεν θα υπάρξεις. Γιατί, αν δεν το έχεις ήδη αντιληφθεί, το τοσοδούλικο, πανέμορφο πλασματάκι που έχεις τώρα μπροστά σου, μάλλον γεννήθηκε με κάποιο είδος ραντάρ, που ως απώτερο στόχο έχει να ανιχνεύει και στην πορεία να καταστρέφει, οποιαδήποτε στιγμή απόλαυσής σου. Στην πράξη αυτό σημαίνει, πως κάθε φορά που θα ετοιμαστείς α) να πάρεις έναν γρήγορο υπνάκο β) να κάνεις ένα χαλαρωτικό ντους, γ) να απολαύσεις μια πάστα σοκολατίνα, δ) να παρακολουθήσεις κάτι που σε ενδιαφέρει στην τηλεόραση,

η ψιλή τσιριχτή φωνούλα, θα σου υπενθυμίσει στοργικά και αμετάκλητα πως, «αν κάτι μπορεί να πάει στραβά, τότε σίγουρα θα πάει!».

Αυτά όσο αφορά τα της ημέρας. Τα της νύχτας δεν χρειάζεται καν να τα αναφέρει κανείς, η εικόνα και μόνο δυο ανθρώπων, μαμάς και μπαμπά, που βολοδέρνουν στο υπνοδωμάτιο, αξημέρωτα, με ένα έξαλλο μωρό στην αγκαλιά, έτοιμοι να σκουντουφλήσουν από τοίχο σε τοίχο, με το φόβο, επιπλέον, να τους πέσει και το βρέφος, λόγω της μαύρης τους νύστας, είναι γνωστή και αλησμόνητη για κάθε νέο ζευγάρι γονιών.

Κι αν σου έλεγε κανείς, πως πρόκειται να περάσεις μήνες και μήνες με μέγιστο, εκτιμώμενο χρόνο ύπνου πέντε ώρες, κι αυτές ποτέ συνεχόμενες, και παρ’ όλα αυτά να κρατάς στα πόδια σου και να αντεπεξέρχεσαι κιόλας, ικανοποιητικά, στα νέα καθήκοντα σου, θα τον περνούσες σίγουρα για φρενοβλαβή, ή για εντελώς άσχετο.

Η αλήθεια, όμως, είναι αυτή. Ακόμα κι αν ήσουν ένας άνθρωπος που αγαπούσε τον ύπνο και κάτι λιγότερο από εφτά ώρες ύπνου, σήμαινε αυτόματη αποκοπή από την πραγματικότητα την επόμενη μέρα, θα παρακολουθήσεις έκθαμβη, τους καταπληκτικούς ρυθμούς με τους οποίους καταφέρνεις να φροντίσεις το παιδί σου, να διατηρήσεις το χαμόγελό σου, αλλά και να βγεις, όταν επιβάλλεται, εκτός εαυτού.

Γιατί το πρώτο πράγμα που μαθαίνεις όταν γίνεσαι νέα μαμά, είναι πώς να ξεπερνάς, κάθε φορά, τα όρια σου, ή κατά περίπτωση, πώς να θέτεις καινούργια, που ποτέ πριν δεν πίστευες ότι μπορούσες να αγγίξεις.

Και η αλήθεια είναι, πως για κανέναν άλλον στον κόσμο, δε θα χαλάλιζες ποτέ τον πολύτιμο ύπνο ή την ξεκούραση σου, παρά για το ένα και μοναδικό μωρό σου.

Αϋπνία… Η έμπιστη φίλη κάθε νέας μαμάς
διαβάστε περισσότερα

Σούπερ γιαγιάδες Vs Σούπερ μαμάδες

Γιαγιά.

Το απόλυτο συστατικό της επιτυχίας, για να δέσει το γλυκό μια ευτυχισμένης παιδικής ηλικίας. Κι ο απαραίτητος σύμμαχος μας για να αντέξουμε τα ζόρια των πρώτων, αλλά και επερχόμενων, καιρών.

Είναι ο ‘από μηχανής θεός’ μας στις δύσκολες μέρες με το μωρό, ο άνθρωπος που χρειαζόμαστε, σχεδόν όσο ο μπαμπάς του παιδιού μας, ο πιστός σύμμαχος μας, όταν όλα γύρω μας καταρρέουν και είμαστε έτοιμες να ‘βαρέσουμε διάλυση’, παρατώντας σύξυλους μπαμπά και μωρό, για να πάρουμε, αλλόφρονες, τους δρόμους.

Είναι εκείνη που θα καταφέρει να ηρεμήσει το βλαστάρι μας, όταν η φαντασία μας μάς έχει εγκαταλείψει προ πολλού, εκείνη που θα βγάλει εις πέρας τη διαστημική αποστολή δουλειές σπιτιού, γιουβέτσι στην κατσαρόλα και αλλαγμένο, κοιμισμένο μωρό στην κούνια, χωρίς την παραμικρή ένδειξη ταλαιπωρίας, και με τον αψεγάδιαστο κότσο της, αγέρωχα στερεωμένο στη θέση του.

Εκείνη που δε θα λυγίσει στιγμή μπρος στα ανεξάντλητα κλάματα του μωρού μας, θα υπομείνει καρτερικά τις υστερικές τσιρίδες του δίχως φανερή αιτία, ενώ, παράλληλα, θα σιγομουρμουρίζει τρυφερά «πάει ο λαγός να πιεί νερό», ως το μοναδικό «τέρας ψυχραιμίας» μέσα στο, κατά τ’ άλλα, βομβαρδισμένο μας σπίτι.

Αν δεν την έχεις, πόσες φορές ευχήθηκες να βρισκόταν εκεί, έστω για να ξεκλέψεις ένα μισάωρο ύπνου, ή ένα ευεργετικό χουζούρι στον καναπέ σου.

Απ’ την άλλη, όταν την έχουμε πλήρως διαθέσιμη, βρίσκουμε άπειρους λόγους να της χρεώσουμε εκνευριστικές συμβουλές, αναχρονιστικές ιδέες ανατροφής και να της υποδείξουμε, επιπλέον, με στόμφο, τον τρόπο που πρέπει να φροντίσει το μωρό μας.

Ας το παραδεχτούμε. Παρ’ όλη την καλή μας τύχη να την έχουμε κοντά μας, ως σωτήρια επιλογή, είμαστε εκεί για να περάσουμε από κόσκινο την παραμικρή κίνησή της, λες και είμαστε διπλωμάτες παιδαγωγοί και έχουμε αναθρέψει ένα τσούρμο μωρά στην προηγούμενη μας ζωή.

Δεν έχει σημασία αν είναι η μαμά μας ή η μαμά του συντρόφου μας. Σχεδόν πάντα, στο πίσω μέρος του μυαλού μας, καραδοκούν, βιτριολικές σκέψεις, του τύπου, «Θεέ μου, έβαλε μπρούμυτα τον μπέμπη να κοιμηθεί! Δεν έχει ακούσει ποτέ της για το σύνδρομο αιφνίδιου βρεφικού θανάτου;!», «μα πώς κρατάει έτσι το μωρό! Εμένα άλλα μου έδειξαν οι μαίες» «γιατί επιμένει να με πρήζει με την πιπίλα; Αφού βλέπει πως δεν την χρειάζεται το παιδί!», και πολλά άλλα τέτοια χαριτωμένα και εμπαθή, που ναι μεν, αν είμαστε καλοί άνθρωποι, δεν τα ξεστομίζουμε ευθαρσώς, δεν παύουν όμως και να μας τρώνε το μυαλό σαν σαράκι.

Εδώ βέβαια, αν το καλοσκεφτούμε, έρχεται να κουμπώσει περίφημα, η γνωστή παροιμία, «σηκώθηκαν τα πόδια, να χτυπήσουν το κεφάλι», ή ακόμα καλύτερα, η εξίσου πασίγνωστη ρήση, «έλα παππού να σου δείξω τ’ αμπέλια σου». Που σημαίνει, σε απλά ελληνικά, πως όταν εκείνες μεγάλωναν παιδιά, εμείς δεν υπήρχαμε ούτε καν σαν κουκίδες στο χάρτη.

Παρ’ όλα αυτά, είναι σχεδόν βέβαιο, πως θα συνεχίσουμε να την στραβοκοιτάμε κάθε φορά που θα μας επισημαίνει, με ύφος χιλίων καρδιναλίων, ότι η αγκαλιά κακομαθαίνει το μωρό, χωρίς να έχει να μας προτείνει μια πρόχειρη εναλλακτική, θα επιμένει να δώσουμε συμπλήρωμα τσάι ή νερό, γιατί έτσι έκανε εκείνη όταν μας θήλαζε, θα προσπαθεί να κοιμίσει το μωρό μας κουνώντας το, ενώ της είπαμε χιλιάδες φορές, πως προτιμάμε να μάθει μόνο του να κοιμάται, θα ανακαλύψουμε πως έδωσε κρυφά πιπίλα, ενώ της το έχουμε απαγορέψει και θα αραδιάσει δεκάδες ξεπερασμένες μεθόδους και ‘αλχημείες’ ως απόλυτα ενδεδειγμένες, που θα παρουσιάζουν την φαντασίωση να την πετάξουμε απ’ το μπαλκόνι, ως τη μόνη μας επιλογή.

Είναι αυτό το αναπόφευκτο ‘χάσμα γενεών’, που στην πορεία ούτε και εμάς θα μας χαριστεί, ο απόλυτος τρόμος μας μην γίνουμε μαμάδες σαν τη μαμά μας, οι εποχές που προχωρούν, τα δεδομένα που αλλάζουν και βέβαια ο, κατά τ’ άλλα, συμπαθέστατος παιδίατρος μας, που βομβαρδίζει το μυαλό μας με ένα σωρό do και do not, όσο αφορά τις επιταγές της σύγχρονης παιδαγωγικής.

Και βέβαια, η υστερική επιθυμία μας να έχουμε τον απόλυτο έλεγχο στο μεγάλωμα του μωρού μας.

Τολμώ εδώ να μοιραστώ, την εξωπραγματική σκέψη που πέρασε απ’ τα μυαλό μου, πριν φυσικά γεννήσω, πως ίσως και να τα κατάφερνα ολομόναχη στην αρχή. Πως είναι καλύτερα, τουλάχιστον για τον πρώτο καιρό, να περάσουμε χρόνο οι τρεις μας (μπαμπάς, μαμά, μωρό), χωρίς εξωτερικές παρεμβολές. Να γνωριστούμε, να δεθούμε, να χαράξουμε, τέλος πάντων, μια δική μας γραμμή.

Το σύμπαν γέλασε σαρδόνια πίσω απ’ την πλάτη μου και ανέμενε τη στιγμή που θα παρακαλούσα γονυπετής για τη δική τους, πολύτιμη ‘χείρα βοηθείας’.

Γιατί, ναι μεν, οι στιγμές που περνάμε οι τρεις μας είναι μοναδικές και μας δίνουν χώρο και χρόνο να κάνουμε τα πράγματα όπως αποφασίζουμε εμείς, αλλά επειδή η καλογερική είναι κομματάκι δύσκολη και κανείς δεν προχώρησε μόνος του σε αυτή τη ζωή, ανακαλύπτεις πως η ανατροφή, ίσως είναι, τελικά, άθλημα ομαδικής στρατηγικής, τουτέστιν, καθένας βάζει το λιθαράκι του για να μεγαλώσει ισορροπημένα ένα παιδί.

Και μπορεί βαθιά μέσα της και αυτή να γελά με την ξεδιάντροπη πεποίθησή μου, ότι γνωρίζω καλύτερα από κείνη τι χρειάζεται ένα παιδί, παρ’ όλα αυτά δεν αλλάζω με τίποτα στον κόσμο την ασφάλεια που νιώθω, κάθε φορά που ξεμυτίζω απ’ το σπίτι μου, ξέροντας πως το μωρό μου βρίσκεται στα ασφαλή, έμπειρα χέρια της διαθέσιμης γιαγιάς του.

Γιατί, όπως και να το κάνουμε κι εγώ βαθιά μέσα μου, ξέρω καλά πως παππούς και γιαγιά, είναι πολύτιμη, συναισθηματική επένδυση για ένα παιδί.

Είναι αυτοί που πρέπει και μπορούν να κακομάθουν το μωρό μας, αυτοί που δε θα του βάλουν ποτέ όρια, γιατί αυτό θα το κάνουμε εμείς, αυτοί που δε θα έχουν το άγχος μας να το μεγαλώσουν και γι’ αυτό το λόγο θα είναι πάντα χαλαροί.

Είναι, τέλος, με λόγια απλά, κι αυτό που αισθάνομαι εγώ, τόσα χρόνια μετά, πως χωρίς εκείνους η παιδική μου ηλικία θα ήταν μισερή…

Photo Source

 

 

 

 

 

 

 

Σούπερ γιαγιάδες Vs Σούπερ μαμάδες
διαβάστε περισσότερα

Μια ντουζίνα πράγματα για ένα τοσοδούλικο μωρό…..

Έγινες, λοιπόν, μανούλα. Ο καιρός της αναμονής σου έφτασε πια στο τέλος του και μια νέα ζωή σε περιμένει να τη ζήσεις. Δεν ξέρεις αν είσαι καλά προετοιμασμένη, θεωρητικά φαίνεται να είσαι, αλλά στην πράξη όλα τα δεδομένα, μοιάζουν ακόμα ρευστά. Ήδη απ’ τον καιρό της εγκυμοσύνης, έχεις φροντίσει να ενημερωθείς για όλες τις λεπτομέρειες που αφορούν την νέα σου πραγματικότητα.

Κι από εκεί που ήσουν ένας κανονικός άνθρωπος, με μια στρωμένη ζωή, βασισμένη πρωτίστως στις δικές σου ανάγκες κι επιθυμίες, ένας ολότελα καινούργιος κόσμος ανοίγεται τώρα μπροστά σου, για να σου αλλάξει όλα τα δεδομένα και τις προτεραιότητες σου.

Αρχικά, αν είχες πλήρη μεσάνυχτα σε ό,τι αφορά το θέμα μητρότητα, ανακαλύπτεις έκπληκτη, πως σε εννιά μήνες μπορείς να γίνεις εξπέρ σε ζητήματα, που πριν δεν υπήρχε λόγος ούτε καν να τα αγγίξεις. Αν, βέβαια, ήσουν από εκείνες τις γυναίκες που ήταν πάντα γεννημένες για να γίνουν μανούλες, μπράβο σου, είχες πολύ λιγότερο δρόμο να διανύσεις. Όπως και να’ χει, τα νέα δεδομένα είναι εδώ και εισβάλλουν στη ζωή σου καταιγιστικά.

Εκείνο που μου έκανε εντύπωση ως πρωτάρα μαμά, ήταν πόσες νέες λέξεις, έννοιες και πράγματα έπρεπε να στριμώξω στο μυαλό μου, στην προσπάθειά μου να προετοιμαστώ, να ενημερωθώ και, εν τέλει, να προσαρμοστώ.

Κι από εκεί που οι γνώσεις μου για τις πρακτικές ανάγκες ενός μωρού, περιορίζονταν σε αντικείμενα όπως κούνια, καρότσι, μπιμπερό, δεκάδες νέα αντικείμενα έκαναν την εμφάνισή τους, ως απαραίτητα για το νέο, πολύτιμο μέλος της ζωής μου. Άγνωστες λέξεις όπως ριλάξ, πορτ μπεμπε, καλαθούνα, λίκνο, αλλαξιέρα, επιθέματα στήθους, πάντα, θήλαστρο, υπνόσακος και η λίστα δεν είχε τέλος, στριφογύριζαν στο μυαλό μου καθημερινά και επιτακτικά, στην προσπάθεια μου να αποφασίσω τι από όλα αυτά είναι πράγματι απαραίτητο για το μωρό μου και τι όχι.

Πώς στο καλό ένα τόσο μικροσκοπικό πλασματάκι, είχε ανάγκη όλον αυτόν τον εξοπλισμό;

Οι απορίες μου αυξήθηκαν κατακόρυφα μετά τις πρώτες, δειλές εξορμήσεις μου στα μωρουδιακά μαγαζιά. Κι εμπλουτίστηκαν με ανησυχίες του τύπου, να πάρω στρώμα από κοκοφοίνικα, λάτεξ ή αφρό; Antibacterial ή όχι, αδιάβροχο, μέτριο ή σκληρό; Οι διαδικτυακές επισκέψεις μου σε φόρουμ μαμάδων, με κεντρικό θέμα συζήτησης το φλέγον ζήτημα «τί στρωματάκι είναι κατάλληλο για το μωρό μου», όχι μόνο δεν με βοηθούσαν να ξεμπερδευτώ, αλλά έκαιγαν και κάθε κύτταρο του εγκεφάλου μου που είχε απομείνει ζωντανό.

Και, βέβαια, τα διλλήματα μου δε θα σταματούσαν εδώ. Κάθε υποψήφια αγορά μου, θα εμφανιζόταν με περισσότερες από μια εναλλακτικές, απλά και μόνο για να επιβεβαιώσει την υποψία μου, πως ό,τι έμοιαζε εύκολο, δεν ήταν και απαραίτητα έτσι. Αφθονία επιλογών, για όλα τα γούστα και βαλάντια.

Καρότσι απλό, πολυκαρότσι, καρότσι με τρεις ρόδες, κλασσικό, ελαφρύ, πιο βαρύ, με δυνατότητα στρέψης, με πορτ μπεμπε, με έξτρα κάθισμα αυτοκινήτου, με δώρο αποχυμωτή.

Τα ίδια και χειρότερα και για την επιλογή του ύπνου. Να πάρω λίκνο, να πάρω καλαθούνα ή μήπως πορτ μπεμπε; Οι συζητήσεις στο διαδίκτυο παίρνουν κι εδώ φωτιά, με τις έμπειρες μανούλες να διαρρηγνύουν τα ιμάτια τους, πως οι καλαθούνες είναι περιττές, γιατί το μωρό δε θα χωράει εκεί ούτε στον τρίτο μήνα, απ’ την άλλη τα λίκνα είναι ψιλοακατάλληλα, καθώς μαθαίνεις το μωρό να κοιμάται μόνο λικνίζοντάς το, τα πορτ πεμπε είναι μια κάποια λύση, αλλά και πάλι για λίγους μήνες χρήσης, η κούνια είναι ιδανική, αλλά πού να χωρέσει στο υπνοδωμάτιο σου, οπότε έμενες πάλι με ένα τεράστιο ερωτηματικό να αιωρείται πάνω από το κεφάλι σου και τα εναπομείναντα κύτταρα του εγκεφάλου σου, εντελώς καμένα αυτή τη φορά.

Και περνάμε στην επιλογή της κούνιας. Ήμουν σίγουρη πως εδώ θα προβληματιζόμουν μονάχα για το χρώμα του ξύλου, άλλωστε κούνια είναι, πόσες εναλλακτικές πια να έχει. Θα διαψευσθώ λίαν συντόμως, ήδη απ’ την πρώτη επίσκεψη μου σε κατάστημα βρεφικών επίπλων. Και από εκεί που δεν το περιμένω, μαθαίνω πως οι κούνιες βγαίνουν σε διάφορες διαστάσεις, 1, 20 επί 60, 1,40 επί 70, με συρτάρια, χωρίς συρτάρια, με αποσπώμενα κάγκελα, χωρίς αποσπώμενα κάγκελα, με δυνατότητα μετατροπής σε προεφηβικό κρεβάτι, κούνια που μεγαλώνει μαζί με το μωρό, κούνια με δώρο το στρωματάκι, κούνια από 200 ευρώ, κούνια με 900(!) ευρώ και οι επιλογές δεν έχουν τέλος.

Και τί γίνεται στην περίπτωση που πρέπει να αποφασίσω ακόμα και για απλά, χρηστικά αντικείμενα του μωρού μου, όπως, φέρ’ ειπείν, μια πιπίλα; Ναι, οι απόψεις διίστανται και εδώ κι αλλοίμονο: να του δώσεις πιπίλα, να μην του δώσεις πιπίλα. Να την μάθει απ’ την αρχή, να μην τη μάθει απ’ την αρχή. Να αποκοιμιέται με αυτή, σε καμία περίπτωση να μην κοιμηθεί με αυτήν. Και φυσικά, η πιπίλα ερχόταν με πολλαπλές επιλογές για τη μέλλουσα, παραζαλισμένη μανούλα, από καουτσούκ, από σιλικόνη, σχεδιασμένη από οδοντιάτρους, εγκεκριμένη, απλή, μεγάλη, μικρή.

Κι ενώ συνέχιζα να περνώ τα βράδια μου προβληματισμένη για την τεράστια προίκα και οικοσκευή του μωρού μου, που έπρεπε να φορτωθώ, ανακαλύπτω έκπληκτη, όχι ότι δεν το υποψιαζόμουν φυσικά, πως τέτοιου είδους προβληματισμοί και καίρια διλλήματα, ταλαιπωρούν, κατά κύριο λόγο, τους γυναικείους, περίπλοκους εγκεφάλους μας. Επειδή, ακριβώς, οι άνδρες, και στη δεδομένη περίπτωση οι μπαμπάδες, τα έχουν φιλοσοφήσει τα πράγματα εντελώς αλλιώς.

Θες να είναι ο ανδρικός εγκέφαλος που επεξεργάζεται τα δεδομένα πιο απλά κι όχι τόσο αναλυτικά όσο ο δικός μας, θες να φταίει η υστερία που καπελώνει τις γυναίκες να τα κάνουν όλα τέλεια και ειδικά όταν πρόκειται να γίνουν μητέρες, θες γιατί οι άνδρες δε χαλάνε εύκολα τη ζαχαρένια τους για τέτοια ζητήματα πρακτικά…

Σημασία έχει πως αν αφήναμε όλα τα παραπάνω στην αρμοδιότητα του μπαμπά, η ζωή η δική μας, αλλά και του βρέφους μας, θα είχε απλοποιηθεί σημαντικά.

Αρκεί να φανταστεί κανείς πως αν ‘επιτρέπαμε’ σ’ έναν πατέρα να αναλάβει το ‘νοικοκυριό’ του μωρού μας, δε θα έστηνε σε καμία περίπτωση ολόκληρο παιδικό δωμάτιο με αλλαξιέρες-συρταριέρες, κούνιες, μόμπιλο, πάντες, ταπετσαρίες τοίχου, λούτρινα αρκουδάκια, διακοσμητικά τοίχου, φωτιστικά, χρωματιστά καλαθάκια για τα άπλυτα του μωρού, καλαθάκι για τα καλλυντικά και ό,τι άλλο μπορεί να απαιτήσει η δαιμόνια φαντασία μιας γυναίκας-μαμάς. Και, αν το καλοσκεφτούμε τελικά, το μωρό μας δε θα έδινε δεκάρα για όλα αυτά, αρκεί να έπαιρνε από εμάς τα πραγματικά απαραίτητα για να συνεχίσει: γάλα, αγκαλιά, ασφάλεια, αγάπη. Φτάνουν και περισσεύουν για να καλύψουν τις βασικές ανάγκες του μωρού μας, τον πρώτο καιρό της ζωής του.

Α! Και να προστατέψουν και μια μέλλουσα μαμά από το περιττό ξόδεμα της φαιάς ουσίας της και τα πολλαπλά εγκεφαλικά.

 

 

Μια ντουζίνα πράγματα για ένα τοσοδούλικο μωρό…..
διαβάστε περισσότερα

ΟΧΙ….Η εγκυμοσύνη δεν είναι η καλύτερη περίοδος στη ζωή μιας γυναίκας…

Η άποψη ότι η εγκυμοσύνη είναι η καλύτερη περίοδος στη ζωή μιας γυναίκας, μοιάζει να έχει ειπωθεί είτε από γυναίκες που δε γέννησαν ποτέ, είτε από άντρες που δεν πρόκειται, εκ των πραγμάτων, να γεννήσουν. Αλλιώς, δεν εξηγείται πώς αυτή η φράση κυκλοφορεί από στόμα σε στόμα και φτάνει πια να θεωρείται διαχρονική αλήθεια. Μια γυναίκα που βίωσε την εγκυμοσύνη, είναι μάλλον απίθανο να επιβεβαιώσει κάτι τέτοιο, αν θέλει να είναι ειλικρινής με τον εαυτό της και το πλάσμα που κουβαλάει μέσα της.

Δεν υπάρχει, λοιπόν, πια λόγος να διαιωνίζουμε αυτή την τυφλή παραδοχή, μόνο και μόνο για να μην τρομάξουμε τον περίγυρό μας, που περιμένει να ακούσει από εμάς ότι νιώθουμε, το λιγότερο, σα να κατέβηκε ο παράδεισος στη γη, ή ακόμα χειρότερα, για να κουκουλώσουμε τις ενοχές που κουβαλάμε, επειδή ακριβώς δεν αισθανόμαστε καθόλου, μα καθόλου έτσι.

Η πιο «περίεργη περίοδος στη ζωή μιας γυναίκας», όπως θα την χαρακτήριζα εγώ, περιλαμβάνει πολλά πρωτόγνωρα και δύσκολα μονοπάτια. Κουραστικές ανηφόρες, μεταφορικά και κυριολεκτικά, ανισόπεδους κόμβους, στοπ και, κυρίως, απαγορευτικά. Και, το πιο σημαντικό, εκείνο που αισθανόμουν, δηλαδή, εγώ, με λόγια απλά: ότι κάποια άλλη, μια διαφορετική εκδοχή του εαυτού μου, σε διαστάσεις και διαθέσεις, κατάπιε τον πραγματικό μου εαυτό.

Η στιγμή της αλήθειας, λοιπόν, έφτασε. Βρίσκομαι αντιμέτωπη με ένα πλαστικό αντικείμενο, σε όψη μαρκαδόρου, που μου δηλώνει καθαρά και ξάστερα ότι οι επόμενοι μήνες της ζωής μου θα αλλάξουν δραματικά. Ότι τίποτα δε θα είναι πια το ίδιο, ξεκινώντας απ’ το επόμενο δευτερόλεπτο. Πολύ απίθανοι συνδυασμοί συναισθημάτων θα κατακλείσουν τις σκέψεις μου, που από δω και στο εξής, θα περνούν απ’ το μυαλό μου, άτακτα και βεβιασμένα, σαν ρουκέτες έτοιμες να σκάσουν πάνω στη φαιά ουσία μου. Αποδιοργάνωση! Ο απόλυτος ορισμός της όλης διαδικασίας.

Κι αφού αποφασίζω να διαβώ το μονοπάτι, εύχομαι να μην είναι μακρύς ο δρόμος, της ταλαιπωρίας μου και της αναμονής μου. Αν και στην πραγματικότητα, δεν είμαι καθόλου υποψιασμένη γι’ αυτό που πρόκειται να ακολουθήσει.

Έχουμε, λοιπόν, και λέμε. Το σώμα μου μού δηλώνει ξεκάθαρα πως πιάστηκε στον ύπνο, ράθυμο και απρόθυμο, ενώ έχει ήδη αρχειοθετήσει την όλη κατάσταση στα περιστατικά κόκκινου συναγερμού. Για το λόγο αυτό, φροντίζει να με αποκοιμίζει κυριολεκτικά, όπου σταθώ κι όπου βρεθώ, καθώς τα βλέφαρά μου βαραίνουν επικίνδυνα και σταθερά, όλες τις ώρες της ημέρας. Πράγμα που σημαίνει, ότι ο καναπές μου αποδεικνύεται τελικά, ο καλύτερος και πιο θερμός σύμμαχός μου. Από την άλλη, η κοιλιά μου βιώνει στιγμές ‘απείρου κάλλους’, καθώς ανήκω στην κατηγορία εκείνων των γυναικών, που οι αναγούλες συντροφεύουν πια κάθε λεπτό της ζωής τους, και με κάνουν να αισθάνομαι καθημερινά, σα βαπόρι που δαμάζει τα κύματα, εν όψει θεομηνίας.

Κι εδώ, έρχονται πακέτο, οι αλλαγές στην όσφρηση, για να κάνουν τα νεύρα μου σμπαράλια και να μου συστήσουν τη νέα ιδιότητά μου, αυτή του λαγωνικού. Προσωπικά, δεν γνώριζα πως οι ‘κάλυκες’ της όσφρησής μου, μπορούσαν να γίνουν τόσο εκλεπτυσμένοι, ώστε να μου χτυπούν άσχημα μυρωδιές, που δεν είχε ποτέ προηγουμένως εντοπίσει. Αυτό με απλά λόγια σημαίνει ότι, εντελώς ξαφνικά, ένα πρωινό, δεν ανέχεσαι πια το άρωμά σου, το σαπούνι προσώπου σου, τη μυρωδιά του ψυγείου σου, το άνθρωπό σου, το ξύλο στο κομοδίνο σου, το πάπλωμά σου, την κρεβατοκάμαρά σου.

Επιγραμματικά, θα ήθελα να αναφερθώ και σε αυτή την περίεργη, μεταλλική γεύση που συντροφεύει από εδώ και πέρα τις στιγμές μου, καθώς και στην αμήχανη στιγμή, που ανακαλύπτω ότι ένα απλό βούρτσισμα των δοντιών, μπορεί να μετατρέψει το πρωινό μου σε σπλάτερ ταινία. Ουλίτιδα της εγκυμοσύνης λέγεται αυτό.

Κάτι που, μάλλον, ίσχυε, αλλά εκείνη την ώρα ήταν απίθανο να παραδεχτώ, αφορά τον άλλο εαυτό που ξαφνικά κάνει την εμφάνισή του, με αποτέλεσμα ο μόνος που να με αναγνωρίζει πια με ασφάλεια να είναι ο γάτος μου, κι αυτός λόγω της οσμής μου. Οι υπόλοιποι γύρω μου, οικογένεια και περίγυρος, κάνουν απλά τους καραγκιόζηδες, για να μπορέσουν να αντιμετωπίσουν τις καθημερινές εκρήξεις θυμού και τη μετάλλαξη μου, από άνθρωπο της διπλανής πόρτας, σε Τζόαν Κόλινς της Δυναστείας.

Κι ενώ η διάθεση μου δεν έχει σκαμπανεβάσματα, απλούστατα επειδή είναι μόνιμα παγιδευμένη στον πάτο, επιμένω να ισχυρίζομαι, με τις φλέβες στο λαιμό μου να πάλλονται σαν σαγόνια κροταλία, ότι τα ορμονικά μου δεν έχουν επηρεάσει διόλου την καθημερινότητά μου.

Εδώ λοιπόν, ξεκινά και η ανάβαση. Η ζωή τραβά την ανηφόρα, μαζί και η εγκυμοσύνη μου. Όλα ανεβαίνουν επικίνδυνα, τα κιλά στη ζυγαριά μου, το αίμα στο κεφάλι μου, οι εβδομάδες της κύησης μου, η περίμετρος της κοιλιάς μου.

Κι ενώ αναρωτιέμαι, πού στο καλό έχουν στριμωχθεί τα υπόλοιπα όργανα μου, ώστε να δώσουν αυτόν τον άπλετο χώρο στον πλακούντα και το μωρό μου να αναπτυχθούν, έρχεται το βάσανο της συχνοουρίας, να μου επισημάνει, πως η ουροδόχος κύστη μου μάλλον στριμώχθηκε για τα καλά και έτσι θα συνεχίσει για τους υπόλοιπους, πολλούς μήνες. Αυτό το βάσανο απλά δεν παλεύεται και παραμένει ο απόλυτος τρόμος της νεόκοπης μαμάς, ακόμα και καιρό μετά την εγκυμοσύνη.

Κι έρχεται η ώρα που πρέπει να βρεθείς αντιμέτωπη με την ντουλάπα σου. Και είναι η πρώτη φορά που η φράση «δεν έχω τίποτα να φορέσω», είναι η πιο ειλικρινής δήλωση της ζωής σου. Απλούστατα γιατί δε χωράς σε τίποτα από αυτά που έχεις να φορέσεις. Ακόμα κι αν δεν πάρεις πολλά κιλά, όπως στην περίπτωσή μου, το στήθος και η κοιλιά σου, καταστρέφουν κάθε ελπίδα που είχες να στριμωχθείς στο αγαπημένο σου φόρεμα.

Απαγορεύσεις! Όλη η ζωή σου είναι πια μια απαγόρευση, ή τουλάχιστον έτσι αισθανόμουν εγώ. Οποιαδήποτε κατάχρησή μου έπρεπε να κοπεί μαχαίρι, και ορθώς, αλλά έρχονται και κάποιες στιγμές που ζηλεύεις θανάσιμα τους φίλους σου, που πίνουν και καπνίζουν αμέριμνοι, έξω απ’ την τζαμαρία, ενώ εσύ, μόνη μέσα στο μπαρ, τρως απ’ το κακό σου τα νύχια σου, κι ό,τι άλλο βρίσκεται μπροστά σου.

Επίσης, αν έχεις την τύχη να βρίσκεσαι σε αυτή την κατάσταση μέσα στην κάψα του καλοκαιριού, που ο τόπος βράζει και η θερμοκρασία του σώματος σου ανεβαίνει επικίνδυνα, είναι σχεδόν σίγουρο πως θα περάσεις ένα καλοκαίρι αλήστου μνήμης, με φουντώματα, καούρες και υπερωρίες, αγκαλιά με το αιρκοντίσιον σου.

Μέσα σε όλα αυτά, έρχονται να προστεθούν και καθημερινές δυσκολίες, που πριν έμοιαζαν παιχνιδάκι, μα τώρα φαντάζουν στα μάτια σου άθλος, όπως το να φορέσεις τα παπούτσια σου, ή να προσπαθήσεις να σηκώσεις κάτι από κάτω. Τώρα πια ξέρεις καλά πως αν κάτι ξεγλίστρησε απ’ τα χέρια σου, θα παραμείνει για πάντα στο πάτωμα.

Και βέβαια, αφήνω τελευταίο το σημαντικότερο. Αυτή την αδημονία, όσο περνά ο καιρός, να γεννήσεις. Άντε να γεννήσεις! Γιατί, απλούστατα, δεν αντέχεις άλλο. Η κοιλιά σου νιώθεις πια πως θα εκραγεί, οι εβδομάδες έχουν ξεχειλώσει, μα μοιάζουν να μην οδεύουν προς το τέλος, το σώμα σου δε θέλεις να σου επιφυλάξει άλλες εκπλήξεις, γιατί απλά δεν αντέχεις να τις δει, οι αναπνοές σου ζορίζονται και κάνουν ένα απλό περπάτημα να μοιάζει με κατοστάρι, ανυπομονείς να δεις τα γόνατα και αρκετά άλλα σημεία του σώματος σου, λίγοι μόνο από τους λόγους που σε κάνουν ανυπόμονη σε βαθμό απελπισίας.

Κλείνω εδώ, τούτο το παραλήρημα μου, με την ελπίδα να θυμίσω στις παλιές και να μάθω στις καινούργιες. Και επειδή η αλήθεια είναι ότι υπάρχουν, παραδόξως, και πολλές, πολλές όμορφες στιγμές, η λέξη κλειδί πια για σένα θα είναι υπομονή. Κι αυτό θα περάσει. Άντε, λοιπόν, κορίτσια με το καλό!

 

ΟΧΙ….Η εγκυμοσύνη δεν είναι η καλύτερη περίοδος στη ζωή μιας γυναίκας…
διαβάστε περισσότερα

Πατέρα, πατερούλη, μπαμπά….

Αναλογιζόμενη πόσο μελάνι έχει ξοδευτεί για να γραφτούν άρθρα, βιβλία και ημερολόγια, που αφορούν αποκλειστικά και μόνον τις μαμάδες και το ιερό λειτούργημα τους, τους προβληματισμούς, τις σκέψεις και τις ανησυχίες τους, αισθάνομαι πως η πλάστιγγα έχει γείρει ανισότιμα υπέρ μας κι έχει αφήσει τους έρημους πατεράδες, ολίγον τι ριγμένους.

Εντάξει, κάθε περιοδικό, βιβλίο και σάιτ που σέβεται τον εαυτό του, θα αφιερώσει και λίγο χρόνο στους αφανείς συμμάχους της μαμάς, κάτι σαν την καραμελίτσα που δίνουμε στα παιδιά για να μη μυξοκλαίνε, αλλά και πάλι, συγκριτικά, οι μπαμπάδες θα αργήσουν πολύ ακόμα να δρέψουν τις δάφνες που τους αναλογούν, πόσο μάλλον να αναγνωριστούν ισότιμα στο βάθρο με τις μαμάδες.

Δεν ξέρω, πάντως εγώ έτσι αισθάνομαι. Ότι στην προσπάθεια μας να αναδείξουμε την μητρότητα και να της δώσουμε το χώρο που της αξίζει και της αναλογεί, αφήσαμε παραπονεμένους στην άκρη τους αρκετά καλούς πατεράδες, που δίχως αυτούς, ας το παραδεχτούμε, δε θα ήμασταν κι εμείς αρκετά καλές μητέρες. Το ‘αρκετά’ χρησιμοποιείται, γιατί ουσιαστικά είναι ουτοπία να πιστέψουμε ότι μπορούμε να είμαστε τέλειοι γονείς· μακριά από εμάς τέτοιου είδους προβληματικές απαιτήσεις και προσδοκίες.

Για να βάλουμε λοιπόν τα πράγματα στη θέση τους: οι μαμάδες δε διεκδικούν αποκλειστικά τον τίτλο της ταλαιπωρημένης, κουρασμένης, ορμονικά εξουθενωμένης ύπαρξης.

Ήδη απ’ τον καιρό της εγκυμοσύνης μας, όλοι στέκονταν σούζα στις επιθυμίες μας και συγχωρούσαν αβλεπεί τις παραξενιές μας. Γιατί εμείς ήμασταν εκείνες που βιώναμε, κυριολεκτικά, στο πετσί μας την εμπειρία, εμείς που ταλανιζόμασταν απ’ τις άτιμες ορμόνες που έστηναν πάρτι στο κορμί μας, εμείς που δυσκολευόμασταν τα βράδια να κοιμηθούμε, εμείς που ξεφυσούσαμε να ανεβούμε σκάλες και ανηφόρες, εμείς που δε μας καταλάβαινε κανένας, εμείς που καρπωνόμασταν την θεία ικανότητα της δημιουργίας ζωής, εμείς, εμείς και πάλι Εμείς!

Εμείς, που ίσως πιστέψαμε ότι βρισκόμαστε στην προνομιακή θέση να φέρνουμε ζωές στον κόσμο, που όντως βρισκόμαστε, αλλά ακόμα και χωρίς τη βοήθεια εκείνων! Που ίσως τους παραγκωνίσαμε για λίγο, αφού εμείς χρειαζόμασταν την προσοχή, εμείς κουβαλούσαμε, σαν μοναχικοί οδοιπόροι, τον καρπό της κοιλίας μας, εμείς είχαμε επιτακτική ανάγκη από την προστασία και τη στοργή τους.

Ναι. Η φύση όντως μας προίκισε με κάτι ξεχωριστό, αποκλείοντας ουσιαστικά τους άνδρες από τη βιωματική συμμετοχή στη διαδικασία, αυτό όμως δε σημαίνει πως η περίοδος της εγκυμοσύνης μας δεν ήταν και για εκείνους μια πρωτόγνωρη, δύσκολη εμπειρία. Όσο και αν πάσχιζαν να φανούν στα μάτια μας ψύχραιμοι και δυνατοί, βίωναν κι εκείνοι με τη σειρά τους, τους τρομερούς φόβους, τα άγχη και τις αγωνίες της νέας μας πραγματικότητας.

Συν, ότι μοιράζονταν την ίδια στέγη με μια έγκυο γυναίκα, που, μεταξύ μας, ξέρουμε από πρώτο χέρι τι κατόρθωμα μεγάλο είναι. Γιατί μια έγκυος γυναίκα δεν είναι, σχεδόν ποτέ, μια απλή, συγκαταβατική γυναίκα, ούτε βέβαια η γυναίκα που ήξερες και αγάπησες κάποτε.

Περνώντας, λοιπόν, κι εκείνοι τις συμπληγάδες της εγκυμοσύνης παρέα μας, με τους δικούς τους χρόνους φυσικά και φιλτράροντας τα πράγματα, αναγκαστικά, διαφορετικά, ήρθαν αντιμέτωποι με τις παραξενιές, τα νεύρα, τα κλάματα και τις περίεργες διαθέσεις μας, χωρίς στην ουσία να μπορούν να διεκδικήσουν και για τους εαυτούς τους, τις ‘ελαφρύνσεις’ και την κατανόηση από τον περίγυρο, της ευαίσθητης φάσης που βίωναν και οι ίδιοι.

Συν, ότι παρέμειναν κομπάρσοι στο σημαντικότερο έργο της ζωής τους, όπου η λαμπερή, απόλυτη, ακαταμάχητη πρωταγωνίστρια υπήρξαμε εμείς. Με λίγα λόγια, κανείς δεν τους έδινε εκείνο το διάστημα και πολύ σημασία· τα φώτα όλα ήταν στραμμένα επάνω μας. Πώς άραγε αισθάνονταν γι’ αυτό; Αναρωτηθήκαμε ποτέ; Όχι.

Και φτάνουμε στην μέρα που έγινε το θαύμα. Ήρθε στον κόσμο το μωρό μας και για μια ακόμα φορά μονοπωλήσαμε, μαζί με εκείνο, το ενδιαφέρον όλων. Στην άκρη, καταϊδρωμένος και πάλι τελευταίος ο νέος μπαμπάς. Άλλωστε τώρα, όπως και πριν, προτεραιότητα έχει η μαμά. Γιατί πάλι οι ορμόνες της θα τα βάλουν μαζί της, πάλι έχει να περάσει μόνη της τα δύσκολα, πάλι εκείνη είναι που χρειάζεται κατανόηση και φροντίδα, άλλωστε ο μπαμπάς άντρας είναι, αλλοίμονο, δεν έχει ανάγκη από τέτοια. Θα τη βρει και μόνος του την άκρη.

Και έρχονται τώρα οι πρώτες μέρες με το νεογέννητο στο σπίτι μας, για να εκτοπίσουν πανηγυρικά κι οριστικά τον μπαμπά-εισβολέα, απ’ την στενή, ισχυρή σχέση που αρχίζουμε να χτίζουμε, λιθαράκι λιθαράκι, με το βρέφος μας, παίρνοντας βέβαια σημαντικό προβάδισμα απ’ τον δεύτερο, λόγω θηλασμού και μυρωδιάς, που αναγνωρίζει σε μας το μωρό μας. Κι εδώ, το φυσικό μας πλεονέκτημα είναι ακαταμάχητο, οπότε με τί όπλα να τα βάλει ο δύσμοιρος πατέρας μαζί μας.

Ακόμα κι αν εκείνος ξενυχτήσει, υποφέρει, κατακουραστεί, σε καμία περίπτωση δεν καταδεχόμαστε να συγκρίνουμε τη θέση μας με τη δική του. Εμείς είμαστε πάντα, μακράν οι ταλαιπωρημένες.

Ο χρόνος, βέβαια, θα κυλήσει και, ευτυχώς, θα λειτουργήσει υπέρ τους. Σταδιακά θα μπουν κι εκείνοι στο παιχνίδι, εμείς θα χαλαρώσουμε λιγάκι, αυτοί θα ξεκινήσουν να συμμετέχουν στις ευχάριστες και μη διαδικασίες, η στρόφιγγα της πατρότητας θα ανοίξει, στην αρχή δειλά και μουδιασμένα, έπειτα ορμητικά, σαν ποτάμι που δε μοιάζει πια να στερεύει.

Θα σταθούν κι εκείνοι έκθαμβοι μπρος στο μεγαλείο της ζωή τους και θα συνειδητοποιήσουν πως το πατρικό τους ένστικτο ενεργοποιείται αυτόματα και σταδιακά κι όλα εκείνα που φοβόντουσαν μέχρι θανάτου, γίνονται πια αβίαστα και φυσικά. Ακριβώς δηλαδή, όπως και σε εμάς.   Αν συμφωνήσουμε πως υπάρχει τελικά αυτό το ένστικτο στις μητέρες, άλλο τόσο υπάρχει και στους πατέρες.

Συχνά μου αρέσει να σκέφτομαι τους πιγκουίνους ή τα ‘αλογάκια της θάλασσας’, τους γνωστούς σε όλους μας ιππόκαμπους. Και στις δυο περιπτώσεις, το λεγόμενο ‘πατρικό ένστικτο’, λειτουργεί περίφημα και είναι πολύ ισχυρό. Οι μεν αρσενικοί ιππόκαμποι, αποτελούν τα μοναδικά πλάσματα στη γη που κυοφορούν και γεννούν τα παιδιά τους, οι δε πιγκουίνοι, αναλαμβάνουν την ευθύνη να κλωσήσουν το αυγό της συντρόφου κάτω από τη ζεστή τους κοιλιά και να παραμείνουν με τον μικρό τους, όσο η μαμά θαλασσοδέρνεται προς αναζήτηση τροφής.

Η φύση, λοιπόν, φαίνεται πως ξεχώρισε τον πιγκουίνο, τον ιππόκαμπο και τον άνθρωπο, να μετέχουν της ξεχωριστής ιδιότητας που ονομάζεται πατέρας και να βιώσουν όλα όσα εκείνη εμπεριέχει: αίσθημα ευθύνης, στοργής, τρυφερότητας, προστασίας για το μικρό τους.

Την επόμενη, λοιπόν, φορά, μπαμπά, που θα σε κάνουν να πιστέψεις ότι η μαμά μπορεί να τα κάνει όλα καλύτερα, να θυμάσαι ότι η φύση σε έχει πριμοδοτήσει αποκλειστικά, αποκλείοντας τα άλλα αρσενικά της, με το ένστικτο να αγαπάς, να μεγαλώνεις και να προστατεύεις το μικρό σου, όπως ακριβώς και η σύντροφός σου.

Κι αν ακόμα γίνεται λόγος πολύς για τις ηρωίδες μητέρες που μπορούν να καταφέρουν σχεδόν τα πάντα, ως μαμάδες, γυναίκες, επαγγελματίες, μη ξεχνάς ότι εσύ θα είσαι πάντα ο αδιαφιλονίκητος ήρωας της υπόθεσης…

Ο ήρωας στα μάτια των παιδιών σου!

 

Υ.Γ Να σας εκμυστηρευθούμε τώρα, πως άπειρες φορές αισθανθήκαμε κι εμείς ανήμπορες μπρος στις απαιτήσεις της νέας μας ζωής και αναρωτηθήκαμε σοβαρά, αν είμαστε ικανές να αναλάβουμε τούτο το δύσκολο ρόλο.
Παρακαλούμε όμως θερμά, αυτό να μείνει μεταξύ μας…

 

 

 

 

 

Πατέρα, πατερούλη, μπαμπά….
διαβάστε περισσότερα